…Με τρόπον τινά !

Ο Μπαρμπαγιώργος Γίδαρης ο καροτσέρης σε κάθε αγώϊ που έκανε , φώναζε στο αλογό του κάθε φορά που έπρεπε να κάνει όπισθεν για να φορτώσει ή ξεφορτώσει το κάρο του :

Έλα , έλα πίσω με τρόπον τινά σκατοτζόγλανε !

Ανεμολόγιο

Στις παρέες των ψαράδων και παλιών ναυτικών του Αστακού θα έχετε ακούσει συχνά να αναφέρονται σε ανέμους με την ναυτική τους ονομασία.
Ο κάθε άνεμος ή καιρός όπως συνηθίζουν να λένε οι ψαράδες ,έχει και τα δικά του χαρακτηριστικά που τον κάνουν να ξεχωρίζει από τους υπόλοιπους.
anemologion
Ο Βοριάς ή Τραμουντάνα (Β) είναι ο πιο παγερός αφού προέρχεται από πιο βόρειες ψυχρές περιοχές. Καθαρίζει τον ορίζοντα αφού εκμηδενίζει την υγρασία και μεγαλώνει την ορατότητα τόσο που φαίνεται μέχρι και η Ζάκυνθος από το Χοβολιό.
Ο Γραίγος (ΒΑ) έχει μικρότερη συχνότητα αλλά όταν πάρει απόφαση να μπουκάρει ισχυρός στον Αστακό δημιουργεί προβλήματα και δυσάρεστες εξελίξεις. Είναι ο μοναδικός άνεμος που βρίσκει αφύλακτα τα ελιμενισμένα σκάφη στο μόλο του Αστακού αφού ο μόλος τα προστατεύει απ’όλους τους καιρούς πλην του γραίγου και γραιγολεβάντε (ΒΑΑ) αν αυτοί προλάβουν και θαλασσώσουν (σηκώσουν κύματα από την ισχύ τους). Τα σκάφη με γερό σίδερο (άγκυρα) που δε σέρνει ,δεν αντιμετωπίζουν προβλήματα. Κινδυνεύουν περισσότερο αυτά που είναι δεμένα στην πρόσοψη του λιμανιού. Πριν πολλά χρόνια ,τον Σεπτέμβριο του 1995 ,είχε μπουκάρει θυελλώδης γραίγος στο λιμάνι , πρόλαβε και θαλάσσωσε και όσα σκάφη ,κυρίως κότερα ,βρήκε στην πρόσοψη του λιμανιού τα βούλιαξε.
Ο Λεβάντες (Α) έχει κι αυτός μικρή συχνότητα σε σχέση με τους υπόλοιπους.
Ο υγρός Σορόκος (ΝΑ) είναι ζεστός και η βροχή του μονότονη. Ακατάπαυστα βρέχει κυρίως με σορόκο-λεβάντε (ΝΑΑ).
perigrafi_anemwn
Η φουρτουνιασμένη και ζεστή όστρια (Ν) αφήνει τα πλοία δεμένα στο λιμάνι και ορμά με πολλά μποφώρ.
Ο μπαμπέσης γαρμπής (ΝΔ) έχει κύριο χαρακτηριστικό του την ακραία κυκλοθυμικότητά του και τις απότομες μπόρες από το πουθενά.
Μαζεύει σύννεφα στον ουρανό πολλών αποχρώσεων αλλά και καθάρια ξέφωτα γαλανού ουρανού.
Εκεί που νομίζεις ότι είναι χαρά Θεού από ήλιο μέσα σε λίγα μόνο λεπτά μπορεί να στείλει μπόρες με καταρρακτώδες νερό.
Ο Πουνέντες (Δ).
Ο δροσερός καλοκαιρινός μαϊστρος (ΒΔ) μας επισκέπτεται από του Αγίου Αντωνίου (17 Γενάρη) όπως λένε οι ψαράδες μας: «Τ’αγι’Αντωνιού ανοίγουν οι πόρτες του μαϊστραλιού».
Συνήθως ο μαϊστρος κάνει είσοδο από τις 11 το πρωϊ και παύει το απόγευμα.

Βίβα Γιάννη , εβίβα Σβόλε

Ο μπαρμπα Γιάννης ο Σβόλος έζησε ως καροτσέρης την δεκαετία του ’50 και από τα αγώγια του κάρου του έβγαζε το ψωμί του τα φτωχά εκείνα χρόνια.
Ήταν εύθυμος άνθρωπος όπως οι περισσότεροι της εποχής εκείνης και σύχναζε στα καπηλιά για κρασί και λίγη κουβέντα.
Στην αγορά του Αστακού υπήρχε χώρος ειδικός για την φορτοεκφόρτωση των κάρων ,με σωματείο φορτοεκφορτωτών κυρίως για το βελανίδι ,κατ’εξοχήν παραγωγικό προϊόν του Αστακού ,που χρησιμοποιούνταν στη βυρσοδεψία.
Κάθε φορά που έφερνε το κάρο για το βελανίδι ο Γιάννης ο Σβώλος ,κυρίως όταν τέλειωνε τη δουλειά του ,πήγαινε στο καπηλιό που στεγάζονταν στο χώρο εκείνο για κρασί και παρέα.
Επειδή ήταν καλός άνθρωπος και δημοφιλής ,πολλές φορές του κερνούσαν το μισοκάρι που έπινε στο καπηλιό.
Κάποια μέρα όμως δεν έτυχε να βρει άνθρωπο μες στο καπηλιό των καροτσέρηδων αλλά παρ’όλα αυτά παράγγειλε το κρασί του και καθώς ήταν μόνος χωρίς παρέα και συνηθισμένο κέρασμα ,κάθε τόσο αναφωνούσε στον εαυτό του με υψωμένο το ποτήρι:
– Βίβα Γιάννη …
– Εβίβα Σβόλε!

Κάτι σαν το αντίστοιχο «Γιάννης πίνει ,Γιάννης κερνάει».

Παλιά επαγγέλματα : ο λούστρος

loustrosΠίσω στη δεκαετία του ’50 και του ’60 το επάγγελμα του λούστρου ανθούσε στους δημόσιους χώρους και στα πολυσύχναστα στέκια.
Συνήθως ο λούστρος είχε συγκεκριμένο χώρο που εργαζόνταν , καταλάμβανε συγκεκριμένο σημείο ,στρατηγικό θα λέγαμε , το οποίο δικαιούνταν βάσει άγραφου νόμου της πιάτσας. Άλλος λούστρος δε μπορούσε να το χρησιμοποιήσει πέραν αυτού.
Τα μαύρο δερμάτινο ή καφέ σκούρο παπούτσι ή σκαρπίνι ήταν status για τον άνδρα της γύρας και έπρεπε πάντα να είναι λουστραρισμένο και να δείχνει στο μάτι ,κυρίως σε μια εποχή που τα παπούτσια λέρωναν εύκολα και σκονίζονταν από τους χωματόδρομους μιας και οι ασφαλτόδρομοι δεν υπήρχαν στον Αστακό.
Ο πελάτης άπλωνε το πόδι του στο στη μπρούτζινη συνήθως βάση απ’το κασέλι και όλα τα άλλα τα αναλάμβανε ο λούστρος. Δίπλωνε το μπατζάκι μη λερωθεί και έχωνε χαρτόνια από τσιγαρόκουτα στα πλάγια για να προστατέψει την κάλτσα. Ξεσκόνιζε με βούρτσα το παπούτσι, έβαζε λίγη αλοιφή από το μπουκαλάκι με το κατάλληλο χρώμα, και την άπλωνε παντού με την βούρτσα. Με ελαφρύ κτύπημα της βούρτσας στο παπούτσι έδινε το σύνθημα στον πελάτη να αλλάξει πόδι. Επαναλάμβανε την διαδικασία και επέστρεφε στο πρώτο για να του δώσει το τελικό γυάλισμα με πανί και με ειδική αλοιφή, το «ευρωπαϊκό» όπως το έλεγαν.
Συνέχεια

Η ευλογιά και η Αγία Παρασκευή

Αγία Παρασκευή

Η Αγία Παρασκευή

Η τρισκατάρατη και τρομερή ασθένεια η ευλογιά κάποτε θέριζε κόσμο και πλησίασε τα μέρη μας απειλητική και τρομερή καθώς ήταν.
Ολόκληρα χωριά υπέφεραν από αυτή και πολλοί άνθρωποι πέθαιναν μιας και δεν υπήρχαν γιατρικά για αυτήν την καταραμένη.
Αποφάσισε να έρθει και προς τον Αστακό για να αφήσει κι εδώ το θανατικό.
Διαπίστωσε όμως ότι ο Αστακός ήταν ζωσμένος από τρία ξωκλήσια ,ένα του Αγίου Παντελεήμονα του γιατρού στα νότια ,ένα του Αγίου Νικολάου του θαλασσινού στα δυτικά και άλλο ένα της Αγίας Παρασκευής στα βόρεια.
Πονηρεύτηκε η ευλογιά και συλλογίστηκε :
«Αν προσπαθήσω να μπω στον Αστακό από τη μεριά του γιατρού Αγίου Παντελεήμονα ,αυτός θα με εξαφανίσει με θεραπείες και γιατρικά ,αν πάλι προσπαθήσω να μπω στον Αστακό από τη μεριά του θαλασσινού Άϊ Νικόλα ,αυτός θα με πνίξει στα κύματα κι έτσι αυτό που με συμφέρει είναι να μπω από τη μεριά της Αγίας Παρασκευής ,είναι και γυναίκα οπότε δε φοβάμαι ,το πολύ πολύ να λογαριαστούμε ως γυναίκα με γυναίκα».
Έτσι κι έκανε. Βάδιζε τρομερή και σίγουρη προς το ξωκλήσι της Αγίας για να κάμει είσοδο στον Αστακό από κει.
Μόλις είδε την Αγία Παρασκευή με βλοσηρή ματιά να μπαίνει εμπόδιο στο δρόμο της ,η ευλογιά δίχως να χάσει τη σιγουριά της ,λέει στην Αγία : «Καμε γυναίκα στην άκρη να περάσει η τρομερή ευλογιά και δε θα σε πειράξω».
Με μιας όμως η Αγία Παρασκευή κάνει τα χέρια της χαροδρέπανο και της θερίζει το βλέμμα με τα μάτια της μαζί.
Η ευλογιά δίπλωσε από τον πόνο και τα ουρλιαχτά της ,παραπατώντας πέφτει σε πηγάδι βαθύ κι εξαφανίστηκε από τον κόσμο τούτο.
Έτσι η τρομερή και φριχτή ευλογιά ποτέ δε πέρασε από τον Αστακό γιατί φύλαξε η Αγία Παρασκευή.
Από τότε η Αγία Παρασκευή εικονίζεται με λάφυρο το βλέμμα της καταραμένης ευλογιάς και οι πιστοί τιμούν τη χάρη της στο ξωκλήσι της στις 26 Ιουλίου κάθε χρόνο.

Ο Γιώργος και οι κολιοί

koliosΟ Γιώργος τύπος της παρέας ,μερακλής και γλεντζές ,κάποτε αγόρασε κολιούς και είπε να τους μαγειρέψει στον νταβά.
Αφού τους έβαλε στο νταβά ,κάποια στιγμή πετάγεται μέχρι την παραλία να αγοράσει κάτι που ξέχασε.
Όμως όπως περνούσε από τον Γιαννούτσο όπου σύχναζε αυτός με την παρέα του, βλέπει την παρέα του να πίνει τα ούζα της με τους μεζέδες και κοντοστάθηκε για λίγο να χαιρετίσει.
-«Κάτσε βρε Γιώργο να τα πιούμε» του έλεγαν
-«Όχι ρε παιδιά να’στε καλά , έχω βάλει στο νταβά κάτι κολιούς και θέλω να τους ψήσω» αποκρίθηκε ο Γιώργος
-«Κάτσε τουλάχιστον να πιεις ένα καραφάκι» του είπαν
-«Ρε παιδιά για λίγο κατέβηκα αλλά με περιμένουν οι κολιοί» έλεγε ,
-«Έχουμε κολιούς κι εδώ ρε Γιώργο ,κάτσε» του έλεγαν τα πειραχτήρια οι φίλοι του.
Σε δίλλημα βρέθηκε ο Γιώργος ,ωραία η παρέα με τα ούζα , ωραίοι και οι κολιοί του στο νταβά , ίδρωνε – ξεΐδρωνε ο Γιώργος παίρνει την μεγάλη απόφαση και ξαφνικά αναφωνεί:
«Εβίβα της παρέας και να πάν ’να πηδηχτούν και οι κολιοί»

Στρώθηκε ,ήπιε ,έφαγε αλλά μάταια τον περίμεναν οι κολιοί.

Ο Πανάγος ο λούστρος

O Panagos o loustrosΟ Πανάγος ήταν ο λούστρος της παραλίας μας τα παλιά χρόνια.
Το επάγγελμα του λούστρου παλιά θεωρούνταν παρακατιανό και πολύ ταπεινό , αυτό το ξέραμε οι παλιοί.
Ήρεμος και ταπεινός άνθρωπος ο Πανάγος αλλά έξυπνος κι ετοιμόλογος.
Το μεροκάματο του το έβγαζε με το να γυαλίζει τα λουστρίνια των ανδρών κι έτσι ζούσε φτωχικά ο καλός μας Πανάγος , ελαφρύ το χώμα του.
Μια μέρα εκεί που καθότανε στη συνηθισμένη γωνιά του για το μεροκάματο , να’σου και του απλώνει την ποδάρα του για γυάλισμα ένας ξερακιανός άντρας απ’το μέσα Ξηρόμερο .
Εκεί που του γυάλιζε τα παπούτσια ο Πανάγος , ο χωριάτης κάποια στιγμή τον πικάρισε με κοροϊδευτικά λόγια θέλοντας να τον μειώσει για το επάγγελμά του.
Καθώς ήταν ταπεινά σκυμμένος ο Πανάγος κι έκανε την δουλειά του , σηκώνει το βλέμμα του , κοιτάζει με ειρωνεία τον χωριάτη μες στα μάτια και χαμογελώντας του λέει το εξής μυθικό:
«Βάλε ψωμοτύρι στον κώλο σου ρε βλάχο και πήδα στο νερό να δεις αν τσιμπάν τα σπάρια»!
Απέμεινε ο χωριάτης να τον κοιτά αμήχανα.
(σημ. Σπάρια = οι μικροί σπάροι).

Σούρα ορέ

Τα παλιά χρόνια ο Φιλάρετος υπήρχε ως γραφική φιγούρα στην παραλία μας.
Οι τότε πιτσιρικάδες αλλά και οι μεγαλύτεροι δεν τον άφηναν σε χλωρό κλαρί από τα πειράγματα και κυρίως από τα σφυρίγματα.
Όταν άκουγες σφύριγμα τότε , καταλάβαινες ότι περνά ο Φιλάρετος σέρνοντας τις βρισιές του από πίσω του!
Αυτό γινόταν κάθε μέρα και για πολλά χρόνια.
Έτσι ο Φιλάρετος συνήθισε στα πειράγματα αλλά βλαστήμαγε .
Κάποια μέρα συνεννοήθηκαν όλοι στην παραλία πιτσιρικάδες και μεγάλοι να τον αγνοήσουν εντελώς , χωρίς σφυρίγματα για να δούνε τις αντιδράσεις του.
Γυρνούσε τους καφενέδες της παραλίας ο Φιλάρετος , κόσμος τον έβλεπε , αδιαφορία εισέπραττε αλλά πουθενά σφυρίγματα.
Πέρα δώθε ο Φιλάρετος , ανήσυχος , γυρνούσε μπροστά από τα πειραχτήρια , καμιά σημασία όμως.
Ξαφνικά στέκεται ακίνητος μπροστά από το μεγαλύτερο πειραχτήρι της παραλίας, το οποίο μόλις και μετά βίας κρατιόταν να μη γελάσει , κολλάει τη μούρη του στο πρόσωπό του και φωνάζει: «Σούρα ορέ , διάολος πάρ’τη μάνα σου! Σούρα ορέ!».

Περάσατε Πατήστρα , κόψατε παλιούρια , φράξατε μαγαζί.

Κάποτε πριν πολλά χρόνια ο Γρηγόρης Κ. είχε ένα καφενέ στην παραλία.
Είχε κουνιάδο του τον Μανώλη Ζ. και μια φορά του ζήτησε ο Γρηγόρης ως χάρη να του κρατήσει τον καφενέ επειδή ο ίδιος θα πήγαινε σε κάποια υποχρέωσή του στα κατώμερα που λέμε , για μερικές μέρες.
Δεν το αρνήθηκε ο Μανώλης καθώς ήταν και καλός άνθρωπος κι έτσι κίνησε ο Γρηγόρης για την υποχρέωση του.
Περνούσαν οι μέρες , ο Μανώλης στον καφενέ να φτιάχνει αβέρτα καφέδες αλλά πουθενά για γυρισμό ο Γρηγόρης. Τηλέφωνα δεν υπήρχαν τότε και η επικοινωνία μεταξύ τους αδύνατη.
Ο δε Γρηγόρης , γλεντζές και καλοφαγάς τύπος , την άραξε σε συγγενικά του πρόσωπα με μάσα και καλό ραχάτι , την καταβρήκε που λέμε και τα έγραψε όλα κανονικά .
Ο Μανώλης μπουχτισμένος από το χώσιμο που έφαγε , μαθαίνει από γνωστό του τα καμώματα του γαμπρού του και το σπίτι όπου μένει, παρατάει τον καφενέ και πάει ευθύς στο τηλεγραφείο .
Επειδή όπως ξέρουμε οι παλιοί τα τηλεγραφήματα κοστολογούνταν ανά λέξη
, στέλνει το εξής λακωνικό μήνυμα : «Περάσατε Πατήστρα , κόψατε παλιούρια , φράξατε μαγαζί».
Και μην τον είδατε τον Μανώλη…
(σημ.1: Πατήστρα είναι τοποθεσία του Αστακού με πολλά παλιούρια)
(σημ.2: Παλιούρι είναι δέντρο αγκαθωτό που χρησίμευε ως φράχτης).

Ο ντόρος της Μ.Παρασκευής

Κάποτε πριν πολλά χρόνια κάθε Μεγάλη Παρασκευή υπήρχε το έθιμο του ανάματος της μεγάλης φωτιάς στην πλατεία του Αστακού μας όπου στο τέλος έκαιγαν τον Ιούδα οι συμπολίτες μας.
Μην φανταστείτε την πλατεία μας με πλάκες και σιντριβάνι τότε.
Χώμα υπήρχε και πορτοκαλιές στις άκρες της.
Εκεί κάθε χρόνο τέτοια μέρα οι παλιοί Αστακιώτες μάζευαν κάθε λογής ξύλα από κάθε μεριά του Αστακού . Μιλάμε για τεράστιους κορμούς , χοντρά ξύλα ακόμα και σάπιες παρατημένες βάρκες.
Μαζεύονταν μεγάλος σωρός ίσα με τρία – τέσσερα αναστήματα μπορούμε να πούμε και τεράστιο εμβαδό , κατά το σούρουπο ανάβανε φωτιά και ήταν τέτοια σε μέγεθος που μπορούσαν να την δουν από το Θιάκι! Τεράστιο το ύψος των πύρινων γλωσσών και τεράστια η θερμοκρασία.
Στο τέλος , αφού έπιανε μετά από πολύ ώρα η δροσιά και έπεφτε η φλόγα έκαιγαν εκεί τον φουκαρά τον Ιούδα (ομοίωμα ανθρώπου με σακούλι λιρών στο χέρι.)
Συνέχεια

Ο μπαρμπα Λάκιας Μ. και η απορία του πιτσιρικά!

ora-gia-katourima2Το παραπάνω γεγονός έχει κάποιες δεκαετίες που έγινε.
Σας προειδοποιώ ότι το παρόν κειμενάκι περιέχει σόκιν διάλογο των προσώπων .
Δεν έχω πρόθεση να υποβαθμίσω το επίπεδο της σελίδας μας με ανεπίτρεπτες λέξεις ΑΛΛΑ ακόμη περισσότερο δεν έχω και την πρόθεση να λογοκρίνω τα γεγονότα αλλοιώνοντας τους διαλόγους με επιτρεπτές λέξεις γιατί τότε είναι που θα χάσουμε την ουσία της ατάκας.
Όσοι συμφωνούν μαζί μου ας προχωρήσουν την ανάγνωση.

Ο Λάκιας Μ. είχε ένα τεράστιο κήπο με χαμηλή μάντρα στον οποίο συνήθιζαν να παίζουν μερικοί πιτσιρικάδες , αφού σκαρφάλωναν στα κλεφτά την μάντρα κυρίως τις ώρες που έλειπε από το σπίτι ο συμπαθής μπάρμπα-Λάκιας.
Παραφυλούσαν κάθε φορά πότε θα λείπει για να μπουκάρουν στον κήπο.
Ένα απόγευμα κι ενώ οι πιτσιρικάδες μπήκαν στον κήπο νομίζοντας ότι το αφεντικό του έλειπε , πάνω στο παιχνίδι τους ένας πιτσιρικάς πήγαινε να κατουρίσει σε κάποια γωνιά.
Εκείνη την στιγμή από το παράθυρο που έβλεπε προς τον κήπο , ξεπροβάλει η μούρη του Λάκια και βλέποντας τον πιτσιρικά να του ποτίζει τα «ραπανάκια» , άρχιζε να βρίζει και να τους φωνάζει να ξεκουμπιστούν από κει.
Ο πιτσιρικάς που ήταν προς νερού του , χωρίς να κολώσει και εντελώς ξεψάρωτα αφού κουμπώθηκε τον ρωτά :
«Και τώρα που θα κατ’ράμε μπαρμπα-Λάκια; »
Μα ο μπαρμπα-Λάκιας ετοιμόλογος :
«ΜΕΣ’ ΣΤΟ ΜΟΥΝΙ ΤΣΙ ΜΑΝΑΣ’ ».