Κάλαντα

kalanta
Ότι πιο όμορφο και αγνό είναι να βλέπεις παιδιά μικρά ή και μικρομέγαλα αγουροξυπνημένα ,να γεμίζουν πρωϊνιάτικα τους δρόμους με τρίγωνα στα χέρια και να διαδίδουν το μήνυμα του ερχομού του Θεανθρώπου , της Πρωτοχρονιάς , των Φωτών ή της ανάστασης του Λαζάρου.
Να θυμάμαι τότε που ήμουν παιδί με τη λαχτάρα να ξυπνήσουμε χαράματα με τον αδερφό μου και να ξεκινήσουμε για τα κάλαντα. Λίγες τηγανίτες ζεστές με μέλι ή ζάχαρη για το καλό ξεκίνημα από το παλιό τηγάνι της μάνας και έξω να είναι πίσσα σκοτάδι.
Στον πηγεμό μας κάποιες βιαστικές φιγούρες συνομίλικων μας ξεχώριζαν πότε πότε στο βάθος του σκοτεινού δρόμου.
Σε κάποια σπίτια από τα παράθυρα τους φεγγοβολούσαν τα αναμμένα καντήλια με το ταπεινό τους αμυδρό φως.
Σε αυτά χτυπούσαμε με χαρά για να τα πούμε. Σε μερικά άκουγες κοφτά και νευρικά : «μας τα’πανε!»
Σε άλλα παίρναμε την έγκριση του νοικοκύρη και τα λέγαμε με δυνατή και θαραλλέα φωνή.
Η αμοιβή μας κουλούρια , μελομακάρονα συνήθως , καραμέλες , άντε κι αν είμασταν τυχεροί καμιά δεκάρα τρύπια ή στην καλύτερη πενηντάλεπτο.
Και ξανά τραβούσαμε για τις ανηφοριές του χοβολιού και της Δημητρούλας να μεταδώσουμε το μήνυμα της ημέρας.
Παιδικές και καθαρές φωνές που γέμιζαν τους δρόμους και τα σπίτια των νοικοκύρηδων ,μικροί τελάληδες με πίστη και καθαρές ψυχούλες που μετέδιδαν το Θείο μήνυμα.

Και του Χρόνου!

Κάλαντα της Μεγάλης Παρασκευής

ΜΕΓΑΛΗ ΠΕΜΠΤΗ - ΕΣΤΑΥΡΩΜΕΝΟΣ

Σήμερον μαύρος ουρανός, σήμερον μαύρη μέρα
σήμερον όλοι θλίβονται και τα βουνά λυπούνται,
σήμερον έβαλαν βουλή οι άνομοι Εβραίοι,
οι άνομοι και τα σκυλιά και οι τρισκαταραμένοι,
για να σταυρώσουν τον Χριστό, τον πάντων βασιλέα.
Ο Κύριος ηθέλησε να μπει σε περιβόλι
να λάβει δείπνο μυστικό, να μην το λάβουν όλοι.

Η Παναγιά η Δέσποινα καθόταν μοναχή της,
τας προσευχάς της έκανε για το Μονογενή της.
Φωνή εξήλθ’ εξ ουρανού υπ’ αρχαγγέλου στόμα
σώνουν Κυρά μου οι προσευχές, σώνουν και οι μετάνοιες
και τον Υιό Σου πιάσανε και στον φονιά τον πάνε.
Σαν κλέφτη τον επιάσανε και σαν φονιά τον πάνε
και στου Πιλάτου τις αυλές εκεί τον τυραννάνε.

-Χαλκιά, χαλκιά, φτιάσε καρφιά, φτιάσε τρία περόνια.
Και κείνος ο παράνομος βαρεί και φτιάνει πέντε.
Συ, φαραέ, που τα ’φτιασες, πρέπει να μας διδάξεις.
-Βάλτε τα δυο στα πόδια του, τ’ άλλα τα δυο στα χέρια,
το πέμπτο το φαρμακερό βάλτε το στην καρδιά Του
να τρέξει αίμα και νερό να λιγωθεί η καρδιά του.
Η Παναγιά πλησίασε και τα δεξιά κοιτάξει, κανένα δε γνωρίζει.

Κοιτά και δεξιότερα, βλέπει τον Αη Γιάννη:
-Αη Γιάννη, Αη Γιάννη Πρόδρομε και Βαπτιστά του Υιού μου,
μην είδες τον Υιόκα μου τον διδάσκαλό σου;
-Δεν έχω στόμα να σου πω, γλώσσα να σου μιλήσω
Δεν έχω χέρι, πάλαμο για να σου Τον εδείξω.
Βλέπεις εκείνον τον γυμνό τον παραπονεμένο
όπου φορεί πουκάμισο στο αίμα βουτηγμένο;
Εκείνος είναι ο Γιόκα Σου και ο Διδάσκαλός Σου.

Η Παναγιά του μίλησε, η Παναγιά του λέει:
-Δε μου μιλείς παιδάκι μου, δε μου μιλείς παιδί μου;
-Τι να σου πω Μανούλα μου που διαφορά δεν έχεις;
Μόνο το Μέγα Σάββατο κοντά το μεσημέρι
που θα λαλήσει ο πετεινός, σημαίνουν οι καμπάνες.

τότε και συ, Μανούλα μου, θα ‘χεις χαρά μεγάλη!
Σημαίνει ο Θεός, σημαίνει η γη, σημαίνουν τα Ουράνια,
σημαίνει κι’ η Άγια Σοφία με τις πολλές καμπάνες.
Όποιος τ’ ακούει σώζεται κι’ όποιος το λέει αγιάζει,
κι’ όποιος το καλοφουγκραστεί Παράδεισο θα λάβει,
Παράδεισο και λίβανο απ’ τον Άγιο Τάφο.

Ο ντόρος της Μ.Παρασκευής

Κάποτε πριν πολλά χρόνια κάθε Μεγάλη Παρασκευή υπήρχε το έθιμο του ανάματος της μεγάλης φωτιάς στην πλατεία του Αστακού μας όπου στο τέλος έκαιγαν τον Ιούδα οι συμπολίτες μας.
Μην φανταστείτε την πλατεία μας με πλάκες και σιντριβάνι τότε.
Χώμα υπήρχε και πορτοκαλιές στις άκρες της.
Εκεί κάθε χρόνο τέτοια μέρα οι παλιοί Αστακιώτες μάζευαν κάθε λογής ξύλα από κάθε μεριά του Αστακού . Μιλάμε για τεράστιους κορμούς , χοντρά ξύλα ακόμα και σάπιες παρατημένες βάρκες.
Μαζεύονταν μεγάλος σωρός ίσα με τρία – τέσσερα αναστήματα μπορούμε να πούμε και τεράστιο εμβαδό , κατά το σούρουπο ανάβανε φωτιά και ήταν τέτοια σε μέγεθος που μπορούσαν να την δουν από το Θιάκι! Τεράστιο το ύψος των πύρινων γλωσσών και τεράστια η θερμοκρασία.
Στο τέλος , αφού έπιανε μετά από πολύ ώρα η δροσιά και έπεφτε η φλόγα έκαιγαν εκεί τον φουκαρά τον Ιούδα (ομοίωμα ανθρώπου με σακούλι λιρών στο χέρι.)
Συνέχεια