Εκεί Σταύρος ,εδώ ;

Ο μπαρμπα Σταύρος ο Βίλιας ,παλιά φιγούρα του Αστακού ,είχε την πάγκα του (ιχθυοπωλείο) στην παραλία και όντως άνθρωπος ανοιχτόκαρδος και καλαμπουριτζής έκανε πολλές φορές αθώα αστεία στους συμπατριώτες του.
Έτσι μια μέρα που ήταν στα ντουζένια του τον παίρνει τηλέφωνο κάποιος έμπορος μαλλον για παραγγελία και σηκώνοντας το ακουστικό του χωρίς καν να γνωρίζει ποιός είναι ,λέει το εξής αμίμητο :

– Εκεί Σταύρος ,εδώ;

κλέφτικο

Αχός βαρύς ακούγεται πολλά τουφέκια πέφτουν
μήνα σε γάμο ρίχνονται; Μήνα σε χαροκόπι;
Ουδέ σε γάμο ρίχνονται , ουδέ σε χαροκόπι
δύο παράδες πιάστηκαν και κονταροχτυπιούνται

Ο ένας είναι παλιακός και πολυχρονεμένος
σέρνεται χρόνια στα βουνά και στα βαθιά λαγκάδια
τόνε τιμούν οι μάστορες τόνε τιμούν τα σόγια
τόνε τιμούν κακόμοιροι και τόνε προσκυνούνε

Ο άλλος είναι νιότερος λαχταριστός και φρέσκος
ήρθε και κατακάθισε σα του χρυσού την σκόνη
λάμπει ξελάμπει λαμπερός και σα το νιο το λάδι
νοτιάς τον φέρνει καυτερός απ’ αραπιά φερμένος

Χυμά με λύσσα τρομερή ο ένας παν’στον άλλον
ματώνονται ξεσκίζονται σαν τα σκυλιά στ΄αλώνι
φτάνει μωρέ μη τρώγεστε , φτάνει μωρέ κοπρίτες
θα πάρω πέτρες πλακερές και θα σας κυνηγήσω

μου φάγατε τα σωθικά , μου φάγατε το βιος μου
μου φάγατε και τη ψυχή μες στο δικό μου αλώνι
τραβάτε στον οξαποδώ στο λόγγο της Βιρίνας
να πάρω το δισάκι μου για την συμπολιτεία

Ο εστιάτωρ και το τσιμπούκι του

Ο παλιός καλοσυνάτος και πάντα χαμογελαστός εστιάτωρ της παραλίας έλαβε ένα ασυνήθιστο και πολύ ιδιαίτερο δώρο από κάποιον πελάτη του ,πιθανότατα από κάποιον ξένο τουρίστα.
Το δώρο αυτό ήταν ένα τσιμπούκι ,σκαλιστό έδειχνε και ακριβό.
Ενθουσιάστηκε ο καλός εστιάτορας της παραλίας με το δώρο που έλαβε από τον γενναιόδωρο πελάτη και φίλο του και θεώρησε σωστό να το τιμήσει δεόντως!
Από την πρώτη μέρα το χρησιμοποίησε στο εστιατόριο του , καμάρωνε και κοντοστεκόνταν σαν παλιός καπετάνιος στη γέφυρα ,φουμάροντας το χαρμάνι του.
Κάποια πειραχτήρια της εποχής εκείνης από το διπλανό καφενείο δεν άφησαν απαρατήρητη την σκηνή αυτή ,σκουντούσαν ο ένας τον άλλον με χαμόγελα και ψίθυρους ενώ το μεγαλύτερο πειραχτήρι της παρέας ο Η.Σ. δεν άφησε την ευκαιρία να πάει χαμένη και ετοίμασε το σχέδιο του.
Ευθύς μπήκε μέσα στο καφενείο και πήρε τηλέφωνο στο «επίμαχο» εστιατόριο ενώ η παρέα του στον έξω χώρο περίμενε τις εξελίξεις.
Όταν σήκωσε το ακουστικό η γυναίκα του εστιάτορα ,ο Η.Σ. με ευγενική φωνή της ζήτησε να μιλήσει με το αφεντικό ,προσποιούμενος κάποιον παραθεριστή πελάτη.
Εκείνη φώναξε ευθύς τον άντρα της και εκείνος πήρε το ακουστικό. Ακολουθεί ο διάλογος :
– Λέγετε παρακαλω !
– Εστιατόριο του κυρίου …… εκεί;
– Μάλιστα κύριε.
– Ομιλώ με τον ίδιο;
– Βεβαίως!
– Κύριε …… , να χέσω μεσ’στο τσιμπούκι σ’

—————-
Το τι ακολούθησε ,δεν περιγράφεται.
Από το βάθος του μαγαζιού του τον ακούγαμε να ωρύεται και να βλαστημά ενώ η παρέα την έκανε με ελαφρούς βηματισμούς αφού δεν μπορούσε κανείς να συγκρατήσει τα γέλια του.
Από τότε δεν ξανακάπνισε το …δώρο του!

…Με τρόπον τινά !

Ο Μπαρμπαγιώργος Γίδαρης ο καροτσέρης σε κάθε αγώϊ που έκανε , φώναζε στο αλογό του κάθε φορά που έπρεπε να κάνει όπισθεν για να φορτώσει ή ξεφορτώσει το κάρο του :

Έλα , έλα πίσω με τρόπον τινά σκατοτζόγλανε !

Βίβα Γιάννη , εβίβα Σβόλε

Ο μπαρμπα Γιάννης ο Σβόλος έζησε ως καροτσέρης την δεκαετία του ’50 και από τα αγώγια του κάρου του έβγαζε το ψωμί του τα φτωχά εκείνα χρόνια.
Ήταν εύθυμος άνθρωπος όπως οι περισσότεροι της εποχής εκείνης και σύχναζε στα καπηλιά για κρασί και λίγη κουβέντα.
Στην αγορά του Αστακού υπήρχε χώρος ειδικός για την φορτοεκφόρτωση των κάρων ,με σωματείο φορτοεκφορτωτών κυρίως για το βελανίδι ,κατ’εξοχήν παραγωγικό προϊόν του Αστακού ,που χρησιμοποιούνταν στη βυρσοδεψία.
Κάθε φορά που έφερνε το κάρο για το βελανίδι ο Γιάννης ο Σβώλος ,κυρίως όταν τέλειωνε τη δουλειά του ,πήγαινε στο καπηλιό που στεγάζονταν στο χώρο εκείνο για κρασί και παρέα.
Επειδή ήταν καλός άνθρωπος και δημοφιλής ,πολλές φορές του κερνούσαν το μισοκάρι που έπινε στο καπηλιό.
Κάποια μέρα όμως δεν έτυχε να βρει άνθρωπο μες στο καπηλιό των καροτσέρηδων αλλά παρ’όλα αυτά παράγγειλε το κρασί του και καθώς ήταν μόνος χωρίς παρέα και συνηθισμένο κέρασμα ,κάθε τόσο αναφωνούσε στον εαυτό του με υψωμένο το ποτήρι:
– Βίβα Γιάννη …
– Εβίβα Σβόλε!

Κάτι σαν το αντίστοιχο «Γιάννης πίνει ,Γιάννης κερνάει».

Ο Γιώργος και οι κολιοί

koliosΟ Γιώργος τύπος της παρέας ,μερακλής και γλεντζές ,κάποτε αγόρασε κολιούς και είπε να τους μαγειρέψει στον νταβά.
Αφού τους έβαλε στο νταβά ,κάποια στιγμή πετάγεται μέχρι την παραλία να αγοράσει κάτι που ξέχασε.
Όμως όπως περνούσε από τον Γιαννούτσο όπου σύχναζε αυτός με την παρέα του, βλέπει την παρέα του να πίνει τα ούζα της με τους μεζέδες και κοντοστάθηκε για λίγο να χαιρετίσει.
-«Κάτσε βρε Γιώργο να τα πιούμε» του έλεγαν
-«Όχι ρε παιδιά να’στε καλά , έχω βάλει στο νταβά κάτι κολιούς και θέλω να τους ψήσω» αποκρίθηκε ο Γιώργος
-«Κάτσε τουλάχιστον να πιεις ένα καραφάκι» του είπαν
-«Ρε παιδιά για λίγο κατέβηκα αλλά με περιμένουν οι κολιοί» έλεγε ,
-«Έχουμε κολιούς κι εδώ ρε Γιώργο ,κάτσε» του έλεγαν τα πειραχτήρια οι φίλοι του.
Σε δίλλημα βρέθηκε ο Γιώργος ,ωραία η παρέα με τα ούζα , ωραίοι και οι κολιοί του στο νταβά , ίδρωνε – ξεΐδρωνε ο Γιώργος παίρνει την μεγάλη απόφαση και ξαφνικά αναφωνεί:
«Εβίβα της παρέας και να πάν ’να πηδηχτούν και οι κολιοί»

Στρώθηκε ,ήπιε ,έφαγε αλλά μάταια τον περίμεναν οι κολιοί.

Ο Πανάγος ο λούστρος

O Panagos o loustrosΟ Πανάγος ήταν ο λούστρος της παραλίας μας τα παλιά χρόνια.
Το επάγγελμα του λούστρου παλιά θεωρούνταν παρακατιανό και πολύ ταπεινό , αυτό το ξέραμε οι παλιοί.
Ήρεμος και ταπεινός άνθρωπος ο Πανάγος αλλά έξυπνος κι ετοιμόλογος.
Το μεροκάματο του το έβγαζε με το να γυαλίζει τα λουστρίνια των ανδρών κι έτσι ζούσε φτωχικά ο καλός μας Πανάγος , ελαφρύ το χώμα του.
Μια μέρα εκεί που καθότανε στη συνηθισμένη γωνιά του για το μεροκάματο , να’σου και του απλώνει την ποδάρα του για γυάλισμα ένας ξερακιανός άντρας απ’το μέσα Ξηρόμερο .
Εκεί που του γυάλιζε τα παπούτσια ο Πανάγος , ο χωριάτης κάποια στιγμή τον πικάρισε με κοροϊδευτικά λόγια θέλοντας να τον μειώσει για το επάγγελμά του.
Καθώς ήταν ταπεινά σκυμμένος ο Πανάγος κι έκανε την δουλειά του , σηκώνει το βλέμμα του , κοιτάζει με ειρωνεία τον χωριάτη μες στα μάτια και χαμογελώντας του λέει το εξής μυθικό:
«Βάλε ψωμοτύρι στον κώλο σου ρε βλάχο και πήδα στο νερό να δεις αν τσιμπάν τα σπάρια»!
Απέμεινε ο χωριάτης να τον κοιτά αμήχανα.
(σημ. Σπάρια = οι μικροί σπάροι).