Ο Γιώργος και οι κολιοί

koliosΟ Γιώργος τύπος της παρέας ,μερακλής και γλεντζές ,κάποτε αγόρασε κολιούς και είπε να τους μαγειρέψει στον νταβά.
Αφού τους έβαλε στο νταβά ,κάποια στιγμή πετάγεται μέχρι την παραλία να αγοράσει κάτι που ξέχασε.
Όμως όπως περνούσε από τον Γιαννούτσο όπου σύχναζε αυτός με την παρέα του, βλέπει την παρέα του να πίνει τα ούζα της με τους μεζέδες και κοντοστάθηκε για λίγο να χαιρετίσει.
-«Κάτσε βρε Γιώργο να τα πιούμε» του έλεγαν
-«Όχι ρε παιδιά να’στε καλά , έχω βάλει στο νταβά κάτι κολιούς και θέλω να τους ψήσω» αποκρίθηκε ο Γιώργος
-«Κάτσε τουλάχιστον να πιεις ένα καραφάκι» του είπαν
-«Ρε παιδιά για λίγο κατέβηκα αλλά με περιμένουν οι κολιοί» έλεγε ,
-«Έχουμε κολιούς κι εδώ ρε Γιώργο ,κάτσε» του έλεγαν τα πειραχτήρια οι φίλοι του.
Σε δίλλημα βρέθηκε ο Γιώργος ,ωραία η παρέα με τα ούζα , ωραίοι και οι κολιοί του στο νταβά , ίδρωνε – ξεΐδρωνε ο Γιώργος παίρνει την μεγάλη απόφαση και ξαφνικά αναφωνεί:
«Εβίβα της παρέας και να πάν ’να πηδηχτούν και οι κολιοί»

Στρώθηκε ,ήπιε ,έφαγε αλλά μάταια τον περίμεναν οι κολιοί.

Γάϊδαροι είναι , παρκάρουν όπου βρουν

gaidaros_bΖητούμε συγνώμη από τα συμπαθή τετράποδα για τον τίτλο μας.
Το ιστορικό κέντρο , κουτσά στραβά , το έφτιαξε πριν χρόνια η Δημοτική αρχή , με δρόμο μονής κατεύθυνσης , σήμανση και κολωνάκια στις άκρες των πλακόστρωτων πεζοδρομίων.
Αυτά λοιπόν τα κολωνάκια μας άφησαν χρόνους.
Σιγά σιγά εξαφανίστηκαν από πεζοδρομίου γης ,κολωνάκια και σήματα ,και να’σου ξεκάμπισαν κάτι κούρσες και κάτι καβαληκεύοντα αγροτικά με λάσπες στη λαμαρίνα τους για γαρνιτούρα.
Παρκάρουν κανονικά πάνω στα πεζοδρόμια χωρίς να τους ενοχλήσει κανείς. Σκέτη αρχοντιά το θέαμα.
Οι πεζοί δεν υπάρχουν γι’αυτούς ,ούτε χρήση πεζοδρομίου. Μόνο αυτοί υπάρχουν.
Αφού λείπει το φιλότιμο και περισσεύει η γαϊδουριά αναρωτιόμαστε αν περισσεύει και κανένα χαρτάκι κλήσης από αστυνομία μεριά γι’αυτούς τους παράξενους καβαλάρηδες.
Μήπως παρεμβαίνουμε και παρενοχλούμε τον διακοσμητικό ρόλο της τοπικής αστυνομίας; Όχι τίποτ’άλλο αλλά να ζητήσουμε και συγνώμη ρε παιδιά.
Δήμαρχε όλα καλά με το κυκλοφοριακό του Αστακού;
ekneurizomai autokolita

Ντου γιου λάϊκ μαμ?

mamΔεν μπορώ να καταλάβω πως εννοούν κάποιοι την τουριστική ανάπτυξη.
Ο Τουρίστας για να έρθει στον όμορφο Αστακό πέρα από τις φυσικές ομορφιές που θέλει να απολαύσει πρέπει ο τόπος να του προσφέρει και κάποιες στοιχειώδης υπηρεσίες που να κάνουν το διάστημα της διαμονής του εδώ ευχάριστο.
Τον τόπο , εκτός του φυσικού κάλλους , τον απαρτίζουν και άνθρωποι.
Γιατί το τονίζω αυτό;
Γιατί φαίνεται πολλοί ξεχνάνε ότι τον τόπο δεν τον περιλαμβάνει μόνο η χλωρίδα μας. Τον περιλαμβάνει και η πανίδα και μάλιστα η δίποδη η πονηρή!
Ο τουρίστας , ο σοβαρός και φραγκάτος τουρίστας , δεν του αρκεί να απολαμβάνει μόνο τα ωραία κτήρια του Αστακού , τον συνδυασμό βουνού και θάλασσας και γενικά το «χάρμα ειδέστε» .
Θέλει και κάποιες υπηρεσίες από σένα κύριε επαγγελματία του Αστακού που θέλεις να λέγεσαι και σοβαρός.
Δεν μπορείς εσύ να παίρνεις παραγγελία από τον ξένο άνθρωπο και να υπολογίζεις ότι έχεις να κάνεις μόνο με πρόβατα που πληρώνουν.
Συνέχεια

Ο Πανάγος ο λούστρος

O Panagos o loustrosΟ Πανάγος ήταν ο λούστρος της παραλίας μας τα παλιά χρόνια.
Το επάγγελμα του λούστρου παλιά θεωρούνταν παρακατιανό και πολύ ταπεινό , αυτό το ξέραμε οι παλιοί.
Ήρεμος και ταπεινός άνθρωπος ο Πανάγος αλλά έξυπνος κι ετοιμόλογος.
Το μεροκάματο του το έβγαζε με το να γυαλίζει τα λουστρίνια των ανδρών κι έτσι ζούσε φτωχικά ο καλός μας Πανάγος , ελαφρύ το χώμα του.
Μια μέρα εκεί που καθότανε στη συνηθισμένη γωνιά του για το μεροκάματο , να’σου και του απλώνει την ποδάρα του για γυάλισμα ένας ξερακιανός άντρας απ’το μέσα Ξηρόμερο .
Εκεί που του γυάλιζε τα παπούτσια ο Πανάγος , ο χωριάτης κάποια στιγμή τον πικάρισε με κοροϊδευτικά λόγια θέλοντας να τον μειώσει για το επάγγελμά του.
Καθώς ήταν ταπεινά σκυμμένος ο Πανάγος κι έκανε την δουλειά του , σηκώνει το βλέμμα του , κοιτάζει με ειρωνεία τον χωριάτη μες στα μάτια και χαμογελώντας του λέει το εξής μυθικό:
«Βάλε ψωμοτύρι στον κώλο σου ρε βλάχο και πήδα στο νερό να δεις αν τσιμπάν τα σπάρια»!
Απέμεινε ο χωριάτης να τον κοιτά αμήχανα.
(σημ. Σπάρια = οι μικροί σπάροι).

Σούρα ορέ

Τα παλιά χρόνια ο Φιλάρετος υπήρχε ως γραφική φιγούρα στην παραλία μας.
Οι τότε πιτσιρικάδες αλλά και οι μεγαλύτεροι δεν τον άφηναν σε χλωρό κλαρί από τα πειράγματα και κυρίως από τα σφυρίγματα.
Όταν άκουγες σφύριγμα τότε , καταλάβαινες ότι περνά ο Φιλάρετος σέρνοντας τις βρισιές του από πίσω του!
Αυτό γινόταν κάθε μέρα και για πολλά χρόνια.
Έτσι ο Φιλάρετος συνήθισε στα πειράγματα αλλά βλαστήμαγε .
Κάποια μέρα συνεννοήθηκαν όλοι στην παραλία πιτσιρικάδες και μεγάλοι να τον αγνοήσουν εντελώς , χωρίς σφυρίγματα για να δούνε τις αντιδράσεις του.
Γυρνούσε τους καφενέδες της παραλίας ο Φιλάρετος , κόσμος τον έβλεπε , αδιαφορία εισέπραττε αλλά πουθενά σφυρίγματα.
Πέρα δώθε ο Φιλάρετος , ανήσυχος , γυρνούσε μπροστά από τα πειραχτήρια , καμιά σημασία όμως.
Ξαφνικά στέκεται ακίνητος μπροστά από το μεγαλύτερο πειραχτήρι της παραλίας, το οποίο μόλις και μετά βίας κρατιόταν να μη γελάσει , κολλάει τη μούρη του στο πρόσωπό του και φωνάζει: «Σούρα ορέ , διάολος πάρ’τη μάνα σου! Σούρα ορέ!».

Περάσατε Πατήστρα , κόψατε παλιούρια , φράξατε μαγαζί.

Κάποτε πριν πολλά χρόνια ο Γρηγόρης Κ. είχε ένα καφενέ στην παραλία.
Είχε κουνιάδο του τον Μανώλη Ζ. και μια φορά του ζήτησε ο Γρηγόρης ως χάρη να του κρατήσει τον καφενέ επειδή ο ίδιος θα πήγαινε σε κάποια υποχρέωσή του στα κατώμερα που λέμε , για μερικές μέρες.
Δεν το αρνήθηκε ο Μανώλης καθώς ήταν και καλός άνθρωπος κι έτσι κίνησε ο Γρηγόρης για την υποχρέωση του.
Περνούσαν οι μέρες , ο Μανώλης στον καφενέ να φτιάχνει αβέρτα καφέδες αλλά πουθενά για γυρισμό ο Γρηγόρης. Τηλέφωνα δεν υπήρχαν τότε και η επικοινωνία μεταξύ τους αδύνατη.
Ο δε Γρηγόρης , γλεντζές και καλοφαγάς τύπος , την άραξε σε συγγενικά του πρόσωπα με μάσα και καλό ραχάτι , την καταβρήκε που λέμε και τα έγραψε όλα κανονικά .
Ο Μανώλης μπουχτισμένος από το χώσιμο που έφαγε , μαθαίνει από γνωστό του τα καμώματα του γαμπρού του και το σπίτι όπου μένει, παρατάει τον καφενέ και πάει ευθύς στο τηλεγραφείο .
Επειδή όπως ξέρουμε οι παλιοί τα τηλεγραφήματα κοστολογούνταν ανά λέξη
, στέλνει το εξής λακωνικό μήνυμα : «Περάσατε Πατήστρα , κόψατε παλιούρια , φράξατε μαγαζί».
Και μην τον είδατε τον Μανώλη…
(σημ.1: Πατήστρα είναι τοποθεσία του Αστακού με πολλά παλιούρια)
(σημ.2: Παλιούρι είναι δέντρο αγκαθωτό που χρησίμευε ως φράχτης).

Ο ντόρος της Μ.Παρασκευής

Κάποτε πριν πολλά χρόνια κάθε Μεγάλη Παρασκευή υπήρχε το έθιμο του ανάματος της μεγάλης φωτιάς στην πλατεία του Αστακού μας όπου στο τέλος έκαιγαν τον Ιούδα οι συμπολίτες μας.
Μην φανταστείτε την πλατεία μας με πλάκες και σιντριβάνι τότε.
Χώμα υπήρχε και πορτοκαλιές στις άκρες της.
Εκεί κάθε χρόνο τέτοια μέρα οι παλιοί Αστακιώτες μάζευαν κάθε λογής ξύλα από κάθε μεριά του Αστακού . Μιλάμε για τεράστιους κορμούς , χοντρά ξύλα ακόμα και σάπιες παρατημένες βάρκες.
Μαζεύονταν μεγάλος σωρός ίσα με τρία – τέσσερα αναστήματα μπορούμε να πούμε και τεράστιο εμβαδό , κατά το σούρουπο ανάβανε φωτιά και ήταν τέτοια σε μέγεθος που μπορούσαν να την δουν από το Θιάκι! Τεράστιο το ύψος των πύρινων γλωσσών και τεράστια η θερμοκρασία.
Στο τέλος , αφού έπιανε μετά από πολύ ώρα η δροσιά και έπεφτε η φλόγα έκαιγαν εκεί τον φουκαρά τον Ιούδα (ομοίωμα ανθρώπου με σακούλι λιρών στο χέρι.)
Συνέχεια