Αδόξαστος Πλατεία

plateiaΦύσα πουνέντε παγερέ κι αγέρα του πελάου
να πας τα χαιρετήματα στου Δήμαρχου τον θρόνο
Κυρία ήμουν στα παλιά τα χρόνια τα ωραία
του Αι Νικόλα η εκκλησιά μου έκανε παρέα

σε κάθε γιορτή με στόλιζαν μου έβαζαν τα καλά μου
φορούσα γαλανόλευκα κι έλαμπα απ τη χαρά μου
στον κόρφο μου εκράταγα πετρόκτιστο συντριβάνι
που το νερό του επέταγε στο ουράνιο ταβάνι

Μα ήρθαν μαύροι οι καιροί με ερήμωσαν οι ανθρώποι
με την αδιαφορία τους οι Δήμαρχοι οι αρχόντοι
Ήμουν στα χρόνια τα παλιά του Αστακού η Κυρία
και τώρα με στολίζουνε με αδιαφορία

Ήμουν στα χρόνια τα παλιά του Αστακού η Κυρία
και τώρα με κατάντησαν Αδόξαστος Πλατεία
Συνέχεια